ΔΕ ΘΕΛΩ ΝΑ ΔΟΥΛΕΥΕΙΣ…

2 2

Τηνε ξεχώρισε ένα λιόγερμα του Αυγούστου.

Τον είχανε ζαλίσει οι βόμβοι κι οι μυρωδιές.

Όλη μέρα στο χτήμα, ζέστη, ιδρώτας και κάματος κι εκείνος απολάμβανε αυτό που είχε μάθει από παιδί να θεωρεί δικό του.

Μέσα στην αβάσταχτη γλύκα του τοπίου και τα γρέτζα πρόσωπα των υπολοίπων το δικό της καταύγαζε σαν λευκός κρίνος, σαν χλωμή σελήνη, λες κι αυτή η σκληρή αγροτική ζωή περνούσε από πάνω της και δεν την ακουμπούσε αλλά αντίθετα την εξύψωνε σε κάτι πέραν του κόσμου τούτου, τόσο παράταιρη από τα υπόλοιπα παιδιά της μάνας της, τόσο διαφορετική από τις υπόλοιπες κοπέλες του χωριού της.
Κι ας τους χώριζε χάσμα τεράστιο, ήταν τέτοιος ο κεραυνός που ένιωσε εκείνο το λιόγερμα κι ήταν τέτοιος ο χαρακτήρας του που την στεφανώθηκε χωρίς πολλά – πολλά. Και την επέβαλλε. Κι ας έκανε η μάνα του η κοντέσσα να του μιλήσει κάνα δίχρονο.

Ήτανε τόση η ομορφιά της που έμπαινε στα σαλόνια στολισμένη με τα λούσα που της έφερνε κι αμέσως έλιωναν οι πάγοι.
Κι ήτανε τέτοια η γλυκάδα στο βλέμμα της που σαν σε κοιτούσε γαλήνευες σα να ξυπνούσες αποκαρωμένος στον ελαιώνα.

Είχε γίνει θρύλος στα χωριά του Όρους και οι κοπέλες στις ελιές την καλοτυχούσανε και τραγουδούσανε το « Δε θέλω να δουλεύεις», φήμες λέγανε ότι το’ χανε γράψει γι’ αυτήν. Κι ας περνούσανε τα χρόνια, η ομορφιά της έμενε εκεί, άθικτη, υπέροχη, μνημειώδης.

Κι όμως αυτή η κούκλα από αλάβαστρο είχε τα ταπεινά χέρια της καταγωγής της : τετράγωνα, με κοντά δάχτυλα, ζαρωμένα, αφυδατωμένα με πανάδες από τους ήλιους και την κακοπέραση, κουβαλούσαν συσσωρευμένους αιώνες μόχθου και χειρωνακτικής εργασίας, ασύμβατα τελείως με την καλλονή που τα έφερε και που παρ’ όλες τις μετέπειτα περιποιήσεις αρνούνταν πεισματικά να ευπρεπιστούν.

Η μπιζνόνα μου σε όλες της τις φωτογραφίες εμφανίζεται με γάντια.
Τα χέρια της ταπεινής καταγωγής της επιμελώς κρύβονται.

Όταν μετά τις γέννες της τα βρέφη εμφανίζονται στην κοντέσσα πεθερά της εκείνη το πρώτο που κοιτάει είναι τα χεράκια τους. Με στεναγμούς ανακούφισης μπροστά στα αριστοκρατικά μακριά τους δάχτυλα ασπάζεται τα εγγόνια.

Η μπιζνόνα μου χαμογελάει με συγκατάβαση. Εκείνη ξέρει καλύτερα τους νόμους της γενετικής, δεν έχει ξεγεννήσει τσάμπα τόσες μαρτίνες.

Γνωρίζει ότι κάποια χαρακτηριστικά έχουν την τάση να πηδάνε τις γενεές αλλά πάντα επανεμφανίζονται.

Εγώ δεν είμαι τόσο όμορφη όσο εκείνη αλλά δεν έχω παράπονο. Έχω όμως τα χέρια της.
Ατόφια.
Σπουδαίο πράγμα.
Μου δείχνουν από πού έρχομαι.
Με κρατάνε σταθερά στη γη.
Μου έχουν μάθει να την περιποιούμαι.
Να φυτεύω και να σκαλίζω.
Να μαζεύω τις ελιές.
Να κλαδεύω τ’ αμπέλια.
Να ζυμώνω ψωμί.
Να το μοιράζομαι.
Να αγαπάω.

 

Φωτογραφία | Κείμενο 

Τατούμ Ο' Νηλ

για το mykerkyra.com

All rights reserved @ 

Σχόλια

Similar Articles