Η Ροβινιά με είδε πρώτη φορά όταν ήμουν μικρή. Πολύ μικρή.
Συγκεκριμένα γεννήθηκα Χριστούγεννα κι η μάνα μου με πήγε εκεί το ίδιο καλοκαίρι. Ξεκινούσε από το σπίτι στους Λιαπάδες και κατέβαινε κρατώντας με αγκαλιά εκείνο το κακοτράχαλο μονοπάτι που οδηγούσε στον παράδεισο. Τη μισή ώρα δρόμο την έκανε μία, πήγαινε σιγά μη γκρεμοτσακιστεί στις πέτρες με το παιδί στα χέρια (τί θα ‘λεγε μετά το χωριό για την αλαφροΐσκιωτη)… Όταν κρύωνε να μπει στη θάλασσα (άτιμος μαΐστρος), για να μη νιώθει ότι έκανε τόσο δρόμο τσάμπα, βούταγε εμένα στο νερό. Λίγο λίγο, τραγουδώντας μου για να συνηθίζω το κρύο. Κι έτσι από τη μία βγήκα λίγο σκληρόπετση κι από την άλλη δε βγάζω τις κάλτσες στον ύπνο μου μέχρι το ημερολόγιο να δείξει του Αγίου Πνεύματος…

Εκεί πέρασα τα καλοκαίρια της ζωής μου. Ξάπλα σ’ αυτά τα βότσαλα, μακροβούτια στο νερό κρύσταλλο, σκαρφάλωμα στα βράχια, φαΐ, ύπνος, όλα εκεί…
Λεφούσι ξεκινούσαμε απ’ το χωριό δεκαπέντε νοματαίοι, όλη η γειτονιά, παιδιά, μωρά, μεγάλοι, γέροι. Ό,τι μπορούσε ο καθένας κουβαλούσε, καμιά πετσέτα, λίγο ψωμί, ντομάτες, φυστικοβούτυρο (είχε κάνει την εμφάνισή του τότε στο μάρκετ του Σπύρου κι είχαμε ξετρελαθεί με την αμερικανιά). Περνώντας το χωριό, μπαίναμε στο μονοπάτι. Στο πήγαινε πετάγαμε, αλλά μέχρι να έρθει το έλα είχαμε ξεθεωθεί.
Ο δρόμος για τη Ροβινιά θαρρείς είναι φτιαγμένος για να σε εκπλήσσει. Σου δείχνει σε κάτι ξέφωτα κομμάτια της θάλασσας από ψηλά, μα δε σου αποκαλύπτει το μεγαλείο της ομορφιάς της πριν τη τελευταία στροφή.

Εκεί που ο ήχος απ' το κύμα είναι πια δίπλα σου και ξαφνικά απλώνεται μπροστά σου ήρεμη, μεγαλειώδης, αυτή. Η Ροβινίτσα.  Τοπίο μαγευτικό, παραμυθένιο.

Καμιά εικοσαριά ψαγμένοι τουρίστες και οι κοντοχωριανοί (μεροκάματα σε ξενοδοχεία και νοικιαζόμενα, έφταναν το απόγευμα που τελείωναν τη δουλειά τους, για να βρουν τη γαλήνη τους) το ήξεραν τότε.
Τα καλοκαίρια περνούσαν, ο κόσμος πιο πολύς. Δεν με πείραζε, δεν την θεώρησα ποτέ κτήμα μου, όλοι πρέπει να γευτούν αυτήν την ομορφιά, σκεφτόμουν… Πήγα Λύκειο, φροντιστήρια και το καλοκαίρι – είσαι καλή μαθήτρια, πρέπει να περάσεις στο Πανεπιστήμιο- η καθημερινή μου απόδραση έγινε εβδομαδιαία. Κι ύστερα οι παρέες… “πάμε Γλυφάδα, είναι γαμάτα έχει και μπιτς μπαρ!”. Τί είναι αυτά, έλεγα από μέσα μου, η πατούσα μου έχει μάθει να πατάει βότσαλο, όχι ψιλή άμμο να σου μπαίνει μέχρι και στ’ αυτιά… Όμως πήγαινα… Μη θεωρηθώ παράταιρη… Ύστερα ο τόπος μου άλλαξε. Παραλίες του Πηλίου “Θεέ μου πόσο όμορφα είναι εδώ, μου θυμίζει τη Ροβινιά μου”.
Ένα καλοκαίρι γύρισα και μου είπαν ότι ανοίχτηκε δρόμος για να πηγαίνουν τα αμάξια, “τί δρόμος ρε παιδιά, πάει το μονοπάτι;” ρωτούσα με απορία. Κι αυτός ο “ορθάνοιχτος” δρόμος ήταν τελικά που έκανε για μένα πολυτέλεια το να πηγαίνω στη Ροβινιά… “Δε θα βρούμε πάρκινγκ, πάμε κάπου αλλού, θα μου τσακιστεί το αυτοκίνητο με τόσες λακκούβες, ποιος φτάνει εκεί κάτω, τα νερά είναι πάγος”… Για ποιες λακκούβες μου μιλούσαν δεν ήξερα, εγώ αυτόν τον δρόμο τον περπατούσα ξυπόλυτη… Δεν επέμενα όμως.
Και το πλήρωμα του χρόνου ήρθε και με έκανε να μετανιώσω για την επιμονή που δεν έδειξα. Διότι τελικά, έπρεπε να επιστρέψω και να μείνω εκεί. Ακοίμητος φρουρός γι’ αυτό το μέρος των παιδικών μου χρόνων. Φοβάμαι το ξεπούλημα που έχει αρχίσει στα πάντα γύρω μας. Φοβάμαι την καταπάτηση πρασίνου. Φοβάμαι την κοστολόγηση. Φοβάμαι την εξόρυξη υδρογονανθράκων που θα γίνει εν αγνοία μας. Φοβάμαι μην οι αναμνήσεις μου δεν έχουν πια τόπο.
Ναι, θα μείνω εκεί φρουρός, γιατί φοβάμαι… Τα πλαστικά, τις μπουλντόζες, τα τσιμέντα και τα “παραθυράκια” του νόμου. Θα μείνω εκεί γιατί δεν μπορώ να κάνω αλλιώς. Της το χρωστάω. Σ’ αυτή τη θάλασσα που με γαλούχησε χρωστάω πολλά… Και το λιγότερο που μπορώ να κάνω, είναι να την αφήσω στα παιδιά μου, όπως την αγάπησα…

Σ.Σ. Το κείμενο αυτό το είχα γράψει πριν 5 χρόνια, με αφορμή μια προκήρυξη που είχε βγάλει ο τότε Δήμος, για να μπουν ξαπλώστρες στη Ροβινιά. Σήμερα, οι απειλές για τα πολλά παρθένα μέρη της Κέρκυρας έχουν πάρει άλλες, χειρότερες μορφές. Τότε, είχα κλείσει το κείμενο γράφοντας ότι θα την αφήσω στα αγέννητα παιδιά μου όπως την αγάπησα. Σήμερα, δυο ζευγάρια μάτια με χρώμα γαλαζοπράσινο σαν τη θάλασσα της Ροβινιάς, με κοιτούν και με φωνάζουν «μαμά».

 

Ναταλία Βλάχου

Συνεργάτες
Φωτογραφικό Υλικό: Ναταλία Βλάχου
Share this Post

Newsletter

Λάβετε πρώτοι τις πιο πρόσφατες ενημερώσεις του mykerkyra.

Subscribe