H Εκκλησία της Υπεραγίας Θεοτόκου Ελεούσας, στον παραδοσιακό οικισμό των Κυνοπιαστών, 8 χλμ. νότια της πόλης της Κέρκυρας, υπήρξε ανέκαθεν επίκεντρο της ζωής του χωριού, τουλάχιστον για 500 χρόνια. Το μαρτυρούν πλήθος στοιχείων που βρέθηκαν τόσο στα Αρχεία Ν. Κέρκυρας, όσο και στα Αρχεία της Ενορίας.

Κτισμένη, αγιογραφημένη και διακοσμημένη με την αγάπη, την αφοσίωση, τη λατρεία, την προσφορά, τον κόπο και τον ιδρώτα των Κυνοπιαστινών, η Εκκλησία της Παναγίας παραμένει και στις μέρες μας κοινό σημείο αναφοράς όλων των κατοίκων του χωριού και όχι μόνο. Δεσπόζει στο κέντρο του οικισμού, συνδεδεμένη με τις χαρές και τις λύπες, με τις γιορτές και τα πανηγύρια των κατοίκων του.

Ένα σύντομο ιστορικό της Εκκλησίας παρουσιάζεται στο κείμενο που ακολουθεί.

Ιδιωτικό εκκλησάκι

Tα παλαιότερα έγγραφα που φωτίζουν τη ζωή της εκκλησίας της Υπεραγίας Θεοτόκου Ελεούσας των Κυνοπιαστών, βρίσκονται στα Αρχεία Ν. Κέρκυρας. Χρονολογούνται από το 1542, με αναφορά στα 1540, όταν τα μέλη της ντόπιας οικογένειας Σκόρτζη, φέρονται ως “κτήτορες και κύριοι” της εκκλησίας. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με την ιστορία του χωριού, οδηγεί στην αυξημένη πιθανότητα η εκκλησία να υπάρχει ήδη, τουλάχιστον από τον 15ο αιώνα.

Λίγα χρόνια μετά, το 1556, ένα μέλος της ίδιας οικογένειας, “ο Τίμιος Πρωτόπαπας Μάρκος Σκόρτζης”, σε άλλο έγγραφο που βρέθηκε επίσης στα Αρχεία Ν. Κέρκυρας, αναφέρεται επίσης ως “κτήτωρ και κύριος τον ναού της Υπεραγίας Θεοτόκον Ελεούσης εις το χωρίον των Κυνοπιαστών”. Πρόκειται για συμφωνητικό με τον κυρ Στυλιανό Σκιαδόπουλο, “να αμπελώσει” ένα κτήμα της Εκκλησίας στην περιοχή της Μηλιάς (1).

Στις 22 Σεπτεμβρίου 1581 “ο ευλαβής παπα κυρ Αντώνιος Σκόρτζης, ως εκτήτωρ και νοικοκύρης τον ναού της Δεσποίνης ημών κυρίας της Ελεούσης”, υπογράφει συμφωνία με τον παπά Καλοϊωάννη Καλούλη να λειτουργεί την εκκλησία για τρία χρόνια, “οις φίµην τις εκλαµποτάτοις οιµών αφεντίας των Βενετόν και εις µνηµόσινον των αοίδιµον και µακαρίων εκτητόρων αυτίς τοις µονοίς”(2).

Ο 16ος αιώνας είναι περίοδος πληθυσμιακής αφαίμαξης για την Κέρκυρα, καθώς κατά την πρώτη ποριορκία της από τους Οθωμανούς στα 1537, τα στρατεύματα του Σουλεϊμάν του λεγόμενου Μεγαλοπρεπή, μη μπορώντας να καταλάβουν την οχυρωμένη στο παλαιό φρούριο Κορυφώ, ξεχύθηκαν στην ύπαιθρο του νησιού, όπου διέπραξαν σφαγές, λεηλασίες και καταστροφές, ενώ κατά τον κερκυραίο χρονικογράφο Νίκανδρο Νούκιο, πήραν μαζί τους, φεύγοντας, και 22.000 αιχμαλώτους που τους πούλησαν ως σκλάβους, στα σκλαβοπάζαρα της Ανατολής. Ανάμεσά τους και αρκετοί κάτοικοι των Κυνοπιαστών.

Δεν έφτανε όμως αυτό. Κατά τη διάρκεια του Ενετοτουρκικού πολέμου 1570 – 1572, έγιναν πολλές στρατολογήσεις νέων για να καλυφτούν οι ανάγκες κωπηλατών στις γαλέρες. Από αυτούς, 9 στους 10 έχαναν τη ζωή τους από την πείνα, τις κακουχίες και τις ίδιες τις πολεμικές περιπέτειες (3).

Έτσι, στα 1583, η απογραφή του πληθυσμού βρίσκει τους Κυνοπιάστες, μόνο με 193 κατοίκους!

Στα 1604, η εκκλησία έχει μείνει, ως φαίνεται, χωρίς παπά και οι ιδιοκτήτες της αλλά και 34 εκπρόσωποι των οικογενειών που απέμειναν στο χωριό, επωφελούνται της παρουσίας ενός ιερωμένου, που είχε έρθει πρόσφυγας από την Πελοπόννησο, του παπά Νικόλαου Μονοβασιώτη (από τη Μονεμβασιά), και του αναθέτουν καθήκοντα εφημέριου, κάνοντας μια εντυπωσιακή και δεσμευτική συμφωνία μαζί του για τον τρόπο που θα εφημερεύει το ναό, καθορίζοντας παράλληλα, την αμοιβή του σε είδος (κρασί, λάδι και στάρι)!

Στη σχετική σύμβαση αναφέρονται ονομαστικά οι συμβεβλημένοι εκπρόσωποι των οικογενειών του χωριού.

Συναδελφικός ναός

H εκκλησία κατά τον 17ο αιώνα, αλλάζει χέρια και από την κτητορική οικογένεια Σκόρτζη, που υπάρχει και σήμερα, περνάει στην ιδιοκτησία της αστικής οικογένειας Αγαπητού. Από την οικογένεια αυτή, ο παπά Αντώνιος Αγαπητός τη δωρίζει με διαθήκη του, στις 30 Μαρτίου του 1686, (ΑΝΚ, Συμβόλαιο Α.144, φ. 35ν) στην κοινότητα των κατοίκων του χωρίου (4).

Τότε, η εκκλησία της Υ.Θ. Ελεούσας των Κυνοπιαστών γίνεται συναδελφικός ναός του μεγαλύτερου μέρους των κατοίκων του χωριού και αποκτά δική της οργάνωση, διοίκηση και ταμειακή διαχείριση. Τρία χρόνια μετά τη δωρεά, το 1689, αρχίζουν οι καταγραφές όλων των περί την εκκλησία στοιχείων, σε βιβλίο (κατάστιχο) που βρέθηκε, σε σχετικά καλή κατάσταση, στην ανακαίνισή της, το 1991.

Μεγάλο μέρος των χειρόγραφων κειμένων του βιβλίου των πράξεων της εκκλησίας, αφορά δωρεές που έκαναν οι κάτοικοι από σεβασμό στην Παναγία αλλά και“για την ψυχική τους σωτηρία και των γονέων τους”. Οι δωρεές προς την εκκλησία συνεχίστηκαν από τότε με εντυπωσιακούς ρυθμούς, καθώς ο πληθυσμός του χωριού μεγάλωνε.

Έτσι, πολύ γρήγορα, το μικρό εκκλησάκι γύρω από  το σημερινό προσκυνητάρι με την εφέστια εικόνα (τοιχογραφία) της Παναγίας, διαπιστώνεται ότι δεν επαρκεί για τις ανάγκες του χωριού και αποφασίζεται η επέκτασή του σε μια κλασικού τύπου μονόκλιτη βασιλική.

Τέσσερα χρόνια μετά την β΄πολιορκία της Κέρκυρας από τους Τούρκους, το 1716, οι εργασίες επέκτασης της εκκλησίας έχουν αρχίσει. Τότε κατασκευάζεται πέτρινο τέμπλο, παραγγέλλονται οι εικόνες σε αξιόλογο αγιογράφο της επτανησιακής σχολής, τον παπά Ανδρέα Μεταξά και κατασκευάζεται καμπαναριό (όχι το σημερινό).

Για τα έξοδα των κατασκευαστικών εργασιών και της αγιογράφησης, τηρείται αναλυτικό βιβλίο ταμείου, όπου είναι καταγεγραμμένες λεπτομερείς πράξεις δαπανών αλλά και εισφορών.

Η εκκλησία περνάει σε φάση μεγάλης ακμής στον τελευταίο (18ο αι.) από τους τέσσερις και κάτι αιώνες Βενετοκρατίας, παρά την κατάργηση του Ορθόδοξου Μητροπολιτικού θρόνου.

Του ορθόδοξου κλήρου ηγείται ο λεγόμενος Μέγας Πρωτόπαπας, που φροντίζει τα της διοίκησης της εκκλησίας στο νησί.

Εκείνα τα χρόνια, στο συναδελφικό ναό της Υ.Θ. Ελεούσας, οι Επίτροποι, που τότε λεγόταν “κουμέσιοι κυβερνήται”, εκλέγονται με μυστική ψηφοφορία από εκπροσώπους των οικογενειών στις οποίες ανήκε η εκκλησία.

Ένα πρακτικό εκλογής δύο “κουμεσίων κυβερνητών” του 1752, που σώζεται σε άριστη κατάσταση, μαρτυρεί την άψογη τήρηση των δημοκρατικών διαδικασιών στα δύσκολα εκείνα χρόνια.

Συμμετέχουν σε μυστική ψηφοφορία με κάλπη και σφαιρίδια (μπάλες), 19 αδελφοί του ναού ως εκλέκτορες (αναφέρονται τα ονόματά τους) και μεταξύ τριών ζευγαριών υποψηφίων (συνδυασμών θα λέγαμε σήμερα) εκλέχτηκαν με 16 θετικές ψήφους και τρεις αρνητικές οι:

Κωσταντής Σουρμπίνος του Σταματέλου και

Βασίλης Πουλημένος του Νικολάου

Το πρακτικό αναφέρει χαρακτηριστικά για τους εκλεγέντες ότι, “εις το ΝΑΙ βρέθηκαν δεκαέξι (16) μπάλες και εις το ΟΧΙ μπάλες τρεις (3)”!

Στα 1800, οι Ρώσοι υπό τον ναύαρχο Φ. Ουσακώφ, σήμερα άγιο της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, που από τον προηγούμενο χρόνο γίνονται μέχρι το 1807, κυρίαρχοι του νησιού, διώχνοντας τους Δημοκρατικούς Γάλλους του Μεγ. Ναπολέοντα, ανασυστήνουν την Ορθόδοξη Μητρόπολη, μετά από 5 και πλέον αιώνες λατινοκρατίας και η εκκλησία μπαίνει σε νέα περίοδο ακμής. Οι δωρεές πολλαπλασιάζονται. Το αίσθημα ασφαλείας των κατοίκων μεγαλώνει και ο πληθυσμός αυξάνεται.

Από το 1814, η Κέρκυρα έχει μπει στην τελευταία φάση ξενοκρατίας με την 50χρονη περίοδο της Αγγλικής «Προστασίας» και τη δημιουργία του Ιονικού Κράτους.

Ένα από τα κύρια μελήματα του νεοσύστατου κράτους, είναι η ανάπτυξη της δημόσιας εκπαίδευσης. Έτσι, στα 1826, ιδρύεται στους Κυνοπιάστες, το πρώτο αλληλοδιδακτικό σχολείο (5) σε ένα μικρό οίκημα, τη λότζα, που διαθέτει η Ενορία της Υ.Θ. Ελεούσας, στη δεξιά (νότια) πλευρά του ναού.

Στην εκκλησία, λίγο αργότερα, στα 1840, αρχίζει η τήρηση των πρώτων ληξιαρχικών πράξεων Γεννήσεων, Βαπτίσεων, Γάμων και Θανάτων, από τον Προϊστάμενο της Αστικής Τάξεως, εφημέριο του ναού, σε συνεργασία με τον Προεστό του χωριού και πάντα με τη συνυπογραφή δύο ντόπιων μαρτύρων.

Ενδεικτική της σημασίας του χωριού των Κυνοπιαστών και της τοπικής εκκλησίας, είναι το γεγονός της επίσκεψης που έκανε στο ναό της Υ.Θ. Ελεούσας, ανήμερα των Χριστουγέννων του 1858, ο φιλέλληνας απεσταλμένος της Αγγλικής κυβέρνησης, μετέπειτα, πολλές φορές πρωθυπουργός της Αγγλίας, William Gladstone, προκειμένου να διερευνήσει το εθνικό φρόνημα των κατοίκων, ενόψει διεργασιών για την Ένωση με την Ελλάδα.

Η τελευταία επέκταση

H τοπική κοινωνία, σιγά – σιγά, μορφώνεται και ο πληθυσμός αυξάνεται, ώσπου κατά το 1864, χρόνο της Ένωσης της Επτανήσου με την Ελλάδα, φτάνει τους 843 κατοίκους.

Η οικονομική ανάπτυξη με κινητήρια δύναμη την αγροτική παραγωγή και τη βιοτεχνία που ακμάζει, δίνει νέες δυνατότητες και στους κατοίκους των Κυνοπιαστών, που κάνουν φιλόδοξα σχέδια για την εκκλησία της Παναγίας.

Περί τα τέλη του 19ου αιώνα, με χίλιους (1.000) πλέον κατοίκους, η ιδέα της νέας επέκτασης της εκκλησίας της Παναγίας έχει ωριμάσει. Προβληματίζει όμως η αδυναμία επέκτασής της προς τα μπρος, για να μην περιοριστεί η έκταση του προαυλίου, όπου γινόταν όλες οι γιορτές του χωριού.

Προβληματίζει και η αδυναμία επέκτασης προς τα πίσω, για να μη χαλαστεί το περίτεχνο πέτρινο τέμπλο και το αγιογραφημένο Ιερό. Έτσι, αποφασίζεται η επέκταση της εκκλησίας κατά πλάτος και καθ’ ύψος.

Προστίθεται τότε, ένα διάζωμα στο τέμπλο, όπου τοποθετούνται επιπλέον οι εικόνες του Δωδεκάορτου. Κατασκευάζονται δεξιά και αριστερά, δύο ακόμη κλίτη και πάνω απ’ αυτά ο γυναικωνίτης. Έτσι, η χωρητικότητα της εκκλησίας σχεδόν διπλασιάζεται.

Στα 1900 ολοκληρώνεται η κατασκευή του σημερινού περίτεχνου πέτρινου καμπαναριού από Κατωγαρουνιάτες μαστόρους και πέτρα της περιοχής τους. Διακοσμείται εσωτερικά και εξωτερικά η εκκλησία και στα 1913 παίρνει τη σημερινή της όψη με το μοναδικό στο είδος του, γλυπτό από μάρμαρο Πεντέλης (το ίδιο με του Παρθενώνα) στην κεντρική της πύλη, που φιλοτέχνησε ο γλύπτης Στέφανος Καρδάμης.

Ο μεγάλος ζωγράφος Γεώργιος Σαμαρτζής εικονογραφεί τις μονές στα δύο κλίτη, ενώ ο Σωκράτης Παϊπέτης, γιος του Δημάρχου Μεσοχωριτών Ανδρέα Παϊπέτη, δωρίζει το 1909, την εικονογράφηση της Ουρανίας.

Η ανακατασκευή της εκκλησίας ολοκληρώνεται κατά τη 10ετία του 1920, με τις εξαιρετικές διακοσμητικές συνθέσεις στο δάπεδο του ναού, από τις καλύτερες που υπάρχουν στο νησί.

Τέλος, διαμορφώνεται ο περιβάλλων το ναό χώρος και το 1926, μεταφέρεται στη σημερινή του θέση, το παρακείμενο κοιμητήριο, ενώ ο χώρος του μετατρέπεται σε πλατεία του χωριού.

Γεμάτη θησαυρούς!

Οι εργασίες εσωτερικής επισκευής του ναού και συντήρησης των εικόνων του, στα τέλη του 20ου αιώνα, από την Ενορία υπό τον εφημέριο αρχιμανδρίτη Χρυσόστομο Κουτσούρη, αποκαλύπτει πραγματικούς θησαυρούς που κατέλειπαν οι προηγούμενες γενιές, παρά τις συνθήκες φτώχειας και στερήσεων στις οποίες ζούσαν.

Εικόνες εξαιρετικής τέχνης από τους καλύτερους αγιογράφους των αιώνων που πέρασαν και ιδιαίτερα αυτών της Επτανησιακής Σχολής, πέτρινα γλυπτά από λαϊκούς τεχνίτες με συνθέσεις που εκπλήσσουν και σήμερα, διακοσμητικά στοιχεία προχωρημένης αρχιτεκτονικής, καλογραμμένες περίτεχνες επιγραφές, παλαιοί πολυέλαιοι (1775), ευαγγέλια που τυπώθηκαν από ελληνικούς οίκους της Βενετίας, στα τέλη του 18ου αιώνα, κινητές εικόνες που ήρθαν από τους Αγίους Τόπους το 1812, παλαιά άμφια ιερέων, φλάμπουρο και σκόλα για τις εξωτερικές λιτανείες που τελούνται κατά το βυζαντινό τυπικό κ.α.

Ο ναός είναι επισκέψιμος, ανοικτός και ελεύθερος, καθημερινά.

Μια επίσκεψη θα σας πείσει!

Πηγή

1.Το τοπωνύµιο “Μηλιά” σήµερα αναφέρεται στην οµώνυµη συνοικία των Κυνοπιαστών

2.Έγγραφο των Αρχείων Ν. Κέρκυρας που έφερε στο φως ο Κώστας Γραµµένος

3.Έλλης Γιωτοπούλου – Σισιλιάνου, Πρεσβείες της Ενετοκρατούµενης Κέρκυρας (16ος – 18ος αιώνας), σελ. 75

4. Σπύρου Χρ. Καρύδη, Ορθόδοξες Αδελφότητες και Συναδελφικοί Ναοί στην Κέρκυρα (16ος – 19ος αιώνας)

5. Νίκου Κ. Κουρκουµέλη, Η εκπαίδευση στην Κέρκυρα κατά τη διάρκεια της Βρετανικής Προστασίας (1816 – 1864)

ΑΡΧΕΙΟ ΜΥ ΚERKYRA Magazine

ΠΟΥΛΗΜΕΝΟΣ, Στέφανος (2017). “Η τρίκλιτη βασιλική της Παναγίας των Κυνοπιαστών“, My Kerkyra magazine: the Real Corfu, τευχ.19, σελ.14-17

Συνεργάτες
Επιμέλεια Κειμένου: Άντα Κυριαζή
Φωτογραφικό Υλικό: Στέφανος Πουλημένος
Share this Post

Newsletter

Λάβετε πρώτοι τις πιο πρόσφατες ενημερώσεις του mykerkyra.

Subscribe